top of page

Μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά μας αισιόδοξα;


Πώς μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά μας να σκέφτονται θετικά;

Κατά τη γενική ρήση, τα παιδιά αποτελούν την «ελπίδα του μέλλοντος». Ενσαρκώνουν την έννοια της προοπτικής, κατά βάση μιας καλύτερης προοπτικής, καθώς προβάλλουμε σε αυτά την ανάγκη μας για ένα καλύτερο μέλλον, για έναν καλύτερο κόσμο. Ως φορείς ελπίδας και αισιοδοξίας, τα παιδιά καλούνται να κάνουν πραγματικότητα εκείνη την κατευναστική επιταγή του παραμυθιού «έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα», όπου στη θέση του «εμείς» βρίσκονται όλοι όσοι βλέπουμε στα παιδιά τη συνέχιση της ύπαρξης μας.

Ως αποτέλεσμα της προβολής των δικών μας αναγκών για νόημα ζωής, τα παιδιά καθίστανται θέσει αισιόδοξα. Από την άλλη πλευρά, τα παιδιά φαίνεται πως είναι και φύσει αισιόδοξα. Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, τα περισσότερα παιδιά έχουν υψηλά επίπεδα ελπίδας και θετικής αντίληψης των πραγμάτων, ενώ φαντάζονται με θετικό τρόπο το μέλλον τους. Έχει βρεθεί, επίσης, ότι οι έφηβοι χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερο βαθμό αισιοδοξίας, ομαδικού πνεύματος και ζέσης για ζωή, σε σύγκριση με τους ενήλικες. Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν θα έπρεπε να τίθεται μόνο αναφορικά με το πώς να κάνουμε τα παιδιά μας να σκέφτονται θετικά, αλλά επίσης πώς μπορούμε να διατηρήσουμε και πιθανόν να ενισχύσουμε τη φύσει και θέσει αισιόδοξη τάση των παιδιών μας. Όπως αναφέρεται σχετικά από πρεσβευτές της θετικής ψυχολογίας, θα πρέπει να εστιάσουμε στην προαγωγή της υγείας των παιδιών ενόσω ακόμη παραμένουν παιδιά, παρά να σκεφτόμαστε για αυτά επειδή πρόκειται να γίνουν οι αυριανοί ενήλικες.

Τι σημαίνει, όμως, να είναι ένα παιδί αισιόδοξο; Ποια είναι τα οφέλη που προκύπτουν όταν ένα παιδί αντιλαμβάνεται τα πράγματα με θετικό τρόπο;

Η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία αφορούν τον τρόπο που ερμηνεύουμε τα γεγονότα, καθώς και τις προσδοκίες μας για το μέλλον. Οι αισιόδοξοι άνθρωποι διακατέχονται από ελπίδα και εμπιστοσύνη και προσβλέπουν, γενικά, σε θετική έκβαση των όποιων προσπαθειών, ακόμη κι εκεί που εμφανίζονται δυσκολίες. Αντίθετα, οι απαισιόδοξοι άνθρωποι προσδοκούν, εξ αρχής, αρνητικά αποτελέσματα. Το αισιόδοξο άτομο ερμηνεύει τις αποτυχίες του ως προσωρινές και εφήμερες, ως μεμονωμένα περιστατικά τα οποία οφείλονται κατά βάση σε εξωγενείς παράγοντες, παρά σε προσωπική υπαιτιότητα. Αντιθέτως, το απαισιόδοξο άτομο πιστεύει ότι τα αρνητικά γεγονότα τα προκαλεί το ίδιο και ότι αυτά έχουν έναν σταθερό και μόνιμο χαρακτήρα –το γνωστό «συννεφάκι» που ακολουθεί μερικούς, όπου κι αν κρύβονται και ό,τι κι αν κάνουν.

Στα παιδιά η αισιόδοξη στάση και η θετική ερμηνεία των γεγονότων έχουν πολλαπλά οφέλη.

Σύμφωνα με ευρήματα ερευνών, τα αισιόδοξα παιδιά:

  • Είναι καλύτεροι μαθητές σε σύγκριση με τα απαισιόδοξα παιδιά

  • Τείνουν να αντιμετωπίζουν τις δύσκολες καταστάσεις με μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα.

  • Προσανατολίζονται στην επίτευξη των στόχων περισσότερο, δοκιμάζουν διάφορες εναλλακτικές λύσεις και αποδέχονται καλύτερα την πραγματικότητα όταν αυτή τους υπερβαίνει.

  • Είναι λιγότερο θυμωμένα και θλιμμένα, και αντίθετα περισσότερο δραστήρια, κοινωνικά και ικανοποιημένα από τη ζωή τους.

  • Οι αισιόδοξοι έφηβοι δηλώνουν μικρότερη συμμετοχή σε επικίνδυνες συμπεριφορές (π.χ. χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών), συγκριτικά με τους απαισιόδοξους συνομήλικους τους.

  • Εν τέλει, τα αισιόδοξα παιδιά έχουν καλύτερη σωματική και ψυχική υγεία και ζουν περισσότερο από ό,τι τα απαισιόδοξα παιδιά.

  • Τα καλά νέα είναι ότι η αισιοδοξία μαθαίνεται. Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε τον κόσμο γύρω μας είναι μια μαθημένη, εν πολλοίς, λειτουργία. Στη θετική ψυχολογία η διαδικασία αυτή ονομάζεται «μαθημένη αισιοδοξία» (learned optimism).

Τι μπορούμε, λοιπόν, να κάνουμε για να συμβάλλουμε στη φυσική τάση των παιδιών προς την κατεύθυνση της αισιοδοξίας; Από ποιους παράγοντες εξαρτάται στο παρόν η «ελπίδα του μέλλοντος»;

Ερευνητές της θετικής ψυχολογίας επισημαίνουν ότι εκτός της πιθανής επίδρασης γενετικών παραγόντων, καταλυτικό ρόλο παίζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί. I. Αισιόδοξα πρότυπα ταύτισης Ο τρόπος ερμηνείας των γεγονότων που χρησιμοποιούν κυρίως οι ίδιοι οι γονείς, αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον οικείων προσώπων του παιδιού, διαμορφώνει το πρότυπο με το οποίο ταυτίζεται το παιδί στη δική του πορεία. Με άλλα λόγια, ο τρόπος κατανόησης και αντίληψης της πραγματικότητας από τους γονείς και τα προσφιλή πρόσωπα συνιστά τη βάση της αισιοδοξίας, ή αντίθετα της απαισιοδοξίας, των παιδιών. Εάν, δηλαδή, ένας γονιός έχει την τάση να σκέφτεται απαισιόδοξα, το πιο πιθανό είναι ότι και το παιδί του θα σκέφτεται απαισιόδοξα. Κληρονομούμε στα παιδιά μας, ούτως ειπείν, όχι μόνο τα γονίδια μας, αλλά και την αισιοδοξία ή την απαισιοδοξία μας. Κι αυτό συμβαίνει με ρητό, αλλά και με άρρητο τρόπο. Δεν έχει σημασία μόνο τι λέμε και τι προβάλλουμε, αλλά και τι πραγματικά αισθανόμαστε και πιθανά ασυνείδητα μεταφέρουμε ως στάση ζωής.

II. Καλοήθης και μετριοπαθής κριτική Ο τρόπος άσκησης κριτικής στα παιδιά μας είναι ένας δεύτερος παράγοντας που θα πρέπει να έχουμε υπόψη, όχι μόνο ως γονείς, αλλά και ως εκπαιδευτικοί, προπονητές, και γενικότερα ως ενήλικες. Εάν έχουμε την τάση να αποδίδουμε τις ατυχείς στιγμές ή τις αποτυχίες ενός παιδιού σε προσωπικά, σταθερά στοιχεία του χαρακτήρα του, τότε εκείνο πρόκειται να εσωτερικεύσει έναν πεσιμιστικό τρόπο αντίληψης του εαυτού και των πράξεων του. Εάν, για παράδειγμα, η κριτική μας προς το παιδί γίνεται στη βάση «σε μαλώνω γιατί είσαι έτσι» (π.χ. «κακό παιδί, χαζό, ανίκανο, πεισματάρικο…») αντί «γιατίέκανες αυτό», μαθαίνουμε στο παιδί να ερμηνεύει κάθε δυσκολία ως προσωπικό μειονέκτημα, καθώς επίσης να προσδοκά εκ των προτέρων (ή ακόμη, και να προκαλεί ασυνείδητα) αρνητικά αποτελέσματα. Η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας και οι δυνατότητες ενός παιδιού θα πρέπει να αποτελούν σταθερές και αταλάντευτες αξίες, εάν θέλουμε τα παιδιά μας να σκέφτονται αισιόδοξα για τον εαυτό τους. Θα πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη, γενικότερα, στα παιδιά μας και να προσπαθούμε να κατανοούμε τις όποιες συμπεριφορές τους με καλοπροαίρετο τρόπο, αντί να τις κρίνουμε αβίαστα.

III. Προστασία από έντονες ψυχοπιεστικές καταστάσεις Όπως υπάρχει η έννοια της «μαθημένης αισιοδοξίας», αντίστοιχα υπάρχει και η έννοια της «μαθημένης αδυναμίας» (learned helplessness). Γεγονότα και εμπειρίες (π.χ. θάνατος, διαζύγιο, σοβαρή ασθένεια, κακοποίηση) στα οποία το παιδί δεν μπορεί να έχει κανέναν έλεγχο και τα οποία το αποδυναμώνουν συναισθηματικά και ψυχικά, προκαλούν αίσθημα αδυναμίας, απόγνωσης και ματαιότητας. Η αισιοδοξία προϋποθέτει εμπειρίες ζωής που θα θρέψουν και θα τροφοδοτήσουν την αίσθηση προσωπικής ικανότητας για αίσια και θετική εξέλιξη των προσπαθειών ενός παιδιού. Με άλλα λόγια, το μικρό παιδί θα πρέπει να έχει την αίσθηση ότι ασκεί το ίδιο κάποια επίδραση στο περιβάλλον του. Όταν οι εμπειρίες ζωής είναι τέτοιες που το παιδί αισθάνεται ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να αποτρέψει ή για να αντιστρέψει μια δεδομένη κατάσταση, τότε το αποτέλεσμα είναι η απαισιοδοξία για το μέλλον. Και βέβαια μια τέτοια διάσταση δεν αφορά μόνο το ρόλο των γονέων, αλλά ευρύτερα το ρόλο της κοινωνίας και τη δυνατότητα που δίνει στους πολίτες για αίσθηση ελέγχου και επιλογής.

IV. Έμφαση στα «δυνατά στοιχεία» της οικογένειας Μια επιπλέον συμπεριφορά που προάγει την αισιοδοξία των παιδιών είναι η επικέντρωση στα δυνατά στοιχεία της οικογένειας. Κάθε οικογένεια αντιμετωπίζει, κατά καιρούς, προβλήματα, συγκρούσεις, εντάσεις και παρεξηγήσεις. Κάθε οικογένεια καλείται να ξεπεράσει προσωπικές, διαπροσωπικές, ακόμα και διαγενεακές δυσκολίες (π.χ. με τους παππούδες και τις γιαγιάδες). Παράλληλα, όμως, κάθε οικογένεια διέπεται από θετικά και δυνατά στοιχεία που τη βοηθούν να ανταπεξέρχεται στις αντιξοότητες και να βρίσκει (καινούργιες) ισορροπίες. Ερευνητικά αποτελέσματα έχουν δείξει ότι η έμφαση σε αυτά τα δυνατά χαρακτηριστικά του συστήματος μιας οικογένειας (π.χ. χιούμορ, κοινωνικές σχέσεις, διάθεση για ενεργητική ακρόαση) ενισχύουν την αισιοδοξία των παιδιών. Αντιθέτως, παιδιά των οποίων οι γονείς εξέφραζαν δυσαρέσκεια με τον τρόπο που λειτουργούσε η οικογένεια τους, δήλωναν μικρότερα επίπεδα αισιοδοξίας και ελπίδας.

V. Ενίσχυση μιας εσωτερικής βάσης ασφάλειας Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν την πιο σημαντική, ενδεχομένως, διάσταση που μπορούν να εγγυηθούν οι γονείς, προκειμένου να κάνουμε τα παιδιά μας να σκέφτονται θετικά. Τη διάσταση της «βιωμένης ασφάλειας», ή αλλιώς, των ασφαλών, θετικών σχέσεων προσκόλλησης ανάμεσα στο παιδί και τους γονείς του, ιδιαίτερα τη μητέρα του στη φάση της βρεφικής ηλικίας. Η έννοια της «βιωμένης ασφάλειας» δηλώνει το αίσθημα που δομείται εσωτερικά στο παιδί ότι μπορεί να εμπιστευθεί τα πρόσωπα φροντίδας για την προστασία του τόσο από εξωτερικές πηγές κινδύνου όσο και από εσωτερικές «απειλές» (π.χ. πείνα, πόνος, άγχος). Η διαθεσιμότητα, η εγγύτητα, η σταθερότητα και η αξιοπιστία των προσώπων φροντίδας, είναι απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να διαμορφωθεί προοδευτικά για το παιδί μια «βάση ασφάλειας» (secure base). Η λειτουργία της βάσης ασφάλειας, βασική προϋπόθεση για την εξερεύνηση του καινούργιου με τρόπο θετικό, ενθουσιώδη και αισιόδοξο, διαμορφώνεται μεν στους πρώτους μήνες ζωής του ατόμου, εφαρμόζεται όμως σε όλη τη ζωή του. Τα αισιόδοξα παιδιά είναι και ασφαλή παιδιά, καθώς έχουν εμπεδώσει ένα αίσθημα βασικής εμπιστοσύνης για τον εαυτό τους και για τον κόσμο γύρω τους. Η «ελπίδα του μέλλοντος», τα παιδιά μας, τα αισιόδοξα παιδιά μας, μπορούν να ζήσουν πράγματι καλύτερα, όπως εξάλλου επιτάσσει το τέλος των παραμυθιών, αρκεί αυτό που θα τους παραδώσουμε να επιτρέπει μια τέτοια αισιόδοξη προοπτική. Πλέον, όχι γενικά με το παράδειγμά μας, αλλά με το θετικόμας παράδειγμα.

Δημοφιλή άρθρα
Δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμη αναρτήσεις σε αυτήν τη γλώσσα
Μείνετε συντονισμένοι...
Πρόσφατα άρθρα
Αρχείο
Αναζήτηση
Ακολουθήστε μας
  • Facebook Basic Square
bottom of page